Τελευταία Νέα
Διεθνή

Ευρωπαϊκό Βατερλώ: Η «πράσινη μετάβαση» γίνεται εφιάλτης για οικονομία και πολίτες

Ευρωπαϊκό Βατερλώ: Η «πράσινη μετάβαση» γίνεται εφιάλτης για οικονομία και πολίτες
Η «Πράσινη Συμφωνία» της Ευρώπης καταρρέει
Τα τελευταία δέκα χρόνια, η Ευρώπη διαδραμάτισε πρωταγωνιστικό ρόλο στη διαμόρφωση της παγκόσμιας πολιτικής για το κλίμα, με κορυφαία στιγμή την έναρξη του European Green Deal το 2019—μια πρωτοβουλία που η Ursula von der Leyen χαρακτήρισε ως «μια στιγμή αντίστοιχη με την κατάκτηση της Σελήνης».
Στόχος του σχεδίου ήταν να καταστήσει την Ευρώπη την πρώτη κλιματικά ουδέτερη ήπειρο έως το 2050, ενισχύοντας ταυτόχρονα την καινοτομία και τη βιομηχανική της βάση.
Ωστόσο, λίγα χρόνια μετά, τα αποτελέσματα κρίνονται απογοητευτικά σύμφωνα με τον Mohamed Moutii του American Institute for Economic Research.
Αντί να επιτύχει τους στόχους του, το Green Deal συνδέεται πλέον με αυξημένο ενεργειακό κόστος, αποδυναμωμένη ανταγωνιστικότητα και εντεινόμενες πολιτικές αντιδράσεις.
Έχει οξύνει τις εσωτερικές διαιρέσεις εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, επιβαρύνει τις διεθνείς σχέσεις και αυξήσει την πίεση σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις, προκαλώντας σοβαρές αμφιβολίες για τη βιωσιμότητά του.

Η πράσινη ιδεολογία υπονομεύει την οικονομία

Η οικονομική στασιμότητα της Ευρώπης αναδεικνύει ένα βαθύτερο διαρθρωτικό πρόβλημα στην ενεργειακή και κλιματική στρατηγική της.
Από την έναρξη του Green Deal, η ανταγωνιστικότητα έχει επιδεινωθεί σημαντικά, με βασικό παράγοντα το εκρηκτικό ενεργειακό κόστος.
Οι τιμές ηλεκτρικής ενέργειας στην Ευρώπη είναι πλέον δύο έως τρεις φορές υψηλότερες από εκείνες στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα, ενώ οι φόροι αντιστοιχούν σχεδόν στο ένα τέταρτο του συνολικού κόστους.
Οι πολιτικές επιλογές βρίσκονται στο επίκεντρο αυτής της εξέλιξης. Οι δεσμευτικοί στόχοι της ΕΕ—μηδενικές εκπομπές έως το 2050 και μείωση κατά 55% έως το 2030—έχουν περιορίσει την ενεργειακή προσφορά, παρά το γεγονός ότι η Ευρώπη ευθύνεται μόλις για το 6% των παγκόσμιων εκπομπών.
Ταυτόχρονα, η εγκατάλειψη της πυρηνικής ενέργειας, οι περιορισμοί στο φυσικό αέριο και η εξάρτηση από διαλείπουσες ανανεώσιμες πηγές έχουν αποδυναμώσει την ενεργειακή ασφάλεια και αυξήσει τη μεταβλητότητα των τιμών.
Για τη βιομηχανία—όπου η ενέργεια μπορεί να φτάνει έως και το 30% του κόστους παραγωγής—η κατάσταση αυτή αποτελεί κρίσιμο πλήγμα.
Σε συνδυασμό με το κόστος άνθρακα, οδηγεί επιχειρήσεις σε μείωση δραστηριότητας, μετεγκατάσταση ή και κλείσιμο, επιταχύνοντας την αποβιομηχάνιση της ηπείρου.

Βιομηχανία και αγροτικός τομέας σε πίεση

Η αυτοκινητοβιομηχανία αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα.
Αντιπροσωπεύοντας πάνω από το 7% του ΑΕΠ της ΕΕ και σχεδόν 14 εκατομμύρια θέσεις εργασίας, βρίσκεται αντιμέτωπη με την απαγόρευση των κινητήρων εσωτερικής καύσης έως το 2035.
Η αναγκαστική μετάβαση στα ηλεκτρικά οχήματα, παρά τις τεχνολογικές αβεβαιότητες, δημιουργεί σοβαρούς κινδύνους.
Όπως προειδοποίησε ο CEO της Mercedes-Benz, Ola Källenius, η πολιτική αυτή μπορεί να οδηγήσει τον κλάδο «με πλήρη ταχύτητα σε τοίχο».
Οι συνέπειες είναι ήδη ορατές: μείωση παραγωγής, αναδιαρθρώσεις και απώλεια 86.000 θέσεων εργασίας από το 2020, με έως και 350.000 ακόμη να βρίσκονται σε κίνδυνο έως το 2035.
Ανάλογη είναι η εικόνα και στη γεωργία. Οι αυστηρότεροι κανονισμοί για εκπομπές, χρήση γης και λιπάσματα αυξάνουν το κόστος και μειώνουν την παραγωγική σταθερότητα, πλήττοντας κυρίως τους μικρούς παραγωγούς.
Στόχοι όπως η μείωση φυτοφαρμάκων κατά 50% και η επέκταση της βιολογικής γεωργίας απειλούν την αγροτική παραγωγή και την επισιτιστική ασφάλεια, ενισχύοντας τις αντιδράσεις.
Συνολικά, το κόστος της μετάβασης εκτιμάται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή σε τουλάχιστον 260 δισ. ευρώ ετησίως—ποσό που μπορεί να φτάσει έως και το 12% του ΑΕΠ της ΕΕ.

Το πρόβλημα του κεντρικού σχεδιασμού

Η οικονομική πίεση μεταφράζεται πλέον σε πολιτική αντίδραση. Η αντίθεση στο Green Deal αυξάνεται σε όλη την Ευρώπη—από αγρότες και βιομηχανία έως ψηφοφόρους και πολιτικά κόμματα.
Οι ευρωεκλογές του 2024 επιβεβαίωσαν ότι η μέχρι πρότινος κυρίαρχη «πράσινη συναίνεση» καταρρέει.
Ως αποτέλεσμα, οι Βρυξέλλες αρχίζουν να αναδιπλώνονται σιωπηρά: χαλάρωση κανονισμών, εισαγωγή εξαιρέσεων και αποφυγή ακόμη και της ίδιας της ονομασίας «Green Deal».
Το βασικό πρόβλημα, σύμφωνα με την ανάλυση, είναι δομικό. Το σχέδιο βασίζεται σε κεντρικό σχεδιασμό για τη διαχείριση μιας εξαιρετικά σύνθετης ενεργειακής μετάβασης, χωρίς οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής να διαθέτουν τα απαραίτητα δεδομένα ή κίνητρα.
Επιπλέον, απορρίπτεται η τεχνολογική ουδετερότητα, καθώς επιβάλλεται συγκεκριμένη κατεύθυνση (π.χ. ηλεκτροκίνηση), αντί να επιτρέπεται ο ανταγωνισμός μεταξύ διαφορετικών λύσεων.

Η περίπτωση της Γερμανίας και η σύγκριση με τις ΗΠΑ

Η Γερμανία αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Η ενεργειακή της μετάβαση (Energiewende) κόστισε περίπου 800 δισ. δολάρια από το 2002, με περιορισμένα αποτελέσματα.
Οι γερμανικές επιχειρήσεις πληρώνουν έως και πέντε φορές υψηλότερο κόστος ηλεκτρικής ενέργειας από τις αμερικανικές, ενώ η εγκατάλειψη της πυρηνικής ενέργειας εξουδετέρωσε μεγάλο μέρος της προόδου.
Αντίθετα, οι Ηνωμένες Πολιτείες κατάφεραν να μειώσουν τις εκπομπές τους ενώ η οικονομία τους υπερδιπλασιάστηκε από το 1990, κυρίως μέσω αγορών και όχι μέσω αυστηρού κεντρικού σχεδιασμού.

Το βασικό συμπέρασμα

Το κεντρικό μήνυμα είναι σαφές: η κλιματική πολιτική δεν μπορεί να επιτύχει όταν εγκαταλείπει τις αρχές που οδήγησαν την Ευρώπη στην ευημερία—την ελεύθερη αγορά, την καινοτομία και τον ανταγωνισμό.
Η ενεργειακή μετάβαση δεν μπορεί να επιβληθεί μέσω επιδοτήσεων, κανονισμών και πολιτικών εντολών. Η καινοτομία γεννιέται από την αγορά, όχι από κρατικές επιβολές.

www.bankingnews.gr

Ρoή Ειδήσεων

Σχόλια αναγνωστών

Δείτε επίσης